Η καταξιωμένη πιανίστα κοιτάζει πίσω χωρίς να μετανιώνει και αναγνωρίζει πως η συναρπαστική ζωή της ήταν, τελικά, μια μεγάλη εύνοια της τύχης
Μεγαλώσατε σε ένα περιβάλλον γεμάτο από τα «ιερά τέρατα» του ελληνικού πολιτισμού: τον Ελύτη, τον Γκάτσο, τον Εμπειρίκο, τον Χατζιδάκι. Ο Δημήτρης Μητρόπουλος σας άκουσε όταν ήσασταν μόλις 9 ετών. Υπήρξαν φόβοι ή κίνδυνοι για την ψυχή ενός ανήλικου κοριτσιού που βρέθηκε πρόωρα να συνομιλεί μαζί τους;
Ισότιμη συνομιλήτρια δεν έγινα ποτέ μαζί τους. Εγώ απλώς άκουγα, αφουγκραζόμουν και διαμορφωνόμουν. Το δύσκολο κομμάτι ήταν η σύγκριση που ερχόταν μετά. Ηταν δυσβάσταχτη. Η μητέρα μου μού έλεγε: «Μα γιατί δεν έχεις ένα φλερτ της ηλικίας σου;». Ηταν αδύνατο για μένα να σκεφτώ ένα συνηθισμένο «φλερτάκι» της ηλικίας μου, όταν είχα ζήσει τέτοιες προσωπικότητες. Είχα ερωτευτεί τον Γκάτσο, υπήρξε πραγματικός έρωτας μεταξύ μας.
Ηταν μια σχέση με μεγάλη διαφορά ηλικίας…
Ημουν 17 κι εκείνος 42. Για την εποχή, αλλά και για κάθε εποχή, η διαφορά ήταν τεράστια. Η μητέρα μου ήταν έξω φρενών, μου το απαγόρευε και γίνονταν τρομεροί καβγάδες. Την καταλαβαίνω απόλυτα, στη θέση της θα έκανα ακριβώς το ίδιο. Ηταν πολύ δύσκολο μετά να επιστρέψω σε μια καθημερινή κανονικότητα. Αλλά δεν το μετάνιωσα ποτέ. Αντίθετα, το θεωρώ μεγάλη εύνοια της ζωής. Μετά πήρα την υποτροφία του ΙΚΥ, έφυγα για το εξωτερικό και η σχέση μας έληξε λόγω των συγκυριών. Η μητέρα μου, ξέρετε, ήταν μια πάρα πολύ δυνατή γυναίκα. Μας εξασφάλισε μια πολύ καλή παιδική ηλικία, φρόντισε για τα σχολεία μας, για τα πάντα.
Από την άλλη πλευρά, ο πατέρας σας υπήρξε μια εξίσου εμβληματική αλλά και βαθιά βασανισμένη μορφή, που λόγω του πολέμου δεν προλάβατε να ζήσετε όσο θα θέλατε. Τι συνέβη τότε;
Ο πατέρας μου, τον καιρό του πολέμου, ήταν αντιστράτηγος και αρχηγός της Τρίτης Στρατιάς. Τον μαζέψανε μαζί με άλλους τέσσερις συναδέλφους του – είναι η γνωστή «ομηρεία των πέντε αντιστρατήγων», υπάρχει μάλιστα και σχετικό βιβλίο. Κλείστηκε για δύο χρόνια όμηρος στο Νταχάου και γύρισε νευρικά κατεστραμμένος. Είχε καταστραφεί η σπονδυλική του στήλη. Αυτός ήταν και ο λόγος που μετά φύγαμε για την Αμερική, έπρεπε να υποβληθεί σε χειρουργικές επεμβάσεις. Τελικά δεν άντεξε όλη αυτή την ταλαιπωρία και πέθανε. Δεν τον είχα ζήσει πάρα πολύ. Ηταν γλυκύτατος άνθρωπος, αλλά δεν έζησα την πατρότητα. Αυτό, εντάξει, φάνηκε και μετέπειτα στη ζωή μου.
Με ποιον τρόπο;
Τον αναζητούσα πάντα, όπως φαίνεται στις σχέσεις μου. Εξού και ο έρωτας με μεγάλη διαφορά ηλικίας. Κάποια στιγμή αυτή εμφανίστηκε και αντεστραμμένα. Οταν ήμουν 44 ετών είχα σχέση μ’ έναν πολύ νεότερο μουσικό που ήταν 24. Αλλά δεν μετανιώνω για τίποτα. Η ζωή μου ήταν ταραχώδης και συναρπαστική. Η απώλεια, ο έρωτας και η μουσική την καθόρισαν.
Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη εικόνα του που έχει χαραχτεί έντονα στη μνήμη σας από εκείνα τα πρώτα χρόνια;
Θυμάμαι το σαλόνι μας, όταν ήρθαν οι Γερμανοί να τον πάρουν. Ηταν εκεί και η μητέρα μου. Και λέει τότε ο πατέρας μου: «Η κόρη μου παίζει πιάνο». Ημουνα μόλις τριών ετών! Κι έπαιξα μια κλίμακα, κάτι τέτοιο… Σκεφτείτε το!
Και φτάσατε εδώ σήμερα με αυτή τη θαυμάσια πορεία, αλλά και τη δημιουργία ενός σπουδαίου θεσμού όπως είναι το Φεστιβάλ Μουσικής της Αίγινας, το οποίο φέτος κλείνει 20 χρόνια. Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να το δημιουργήσετε;
Το 2003 πουλήθηκε ένα σπουδαίο οικόπεδο στο Μαρούσι, που είχα κληρονομήσει από τον πατέρα μου. Οι τιμές είχαν ανέβει κατακόρυφα τότε, λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Με τα χρήματα που αναλογούσαν στο δικό μου μερίδιο, αγόρασα το σπίτι στην Αίγινα. Η μητέρα μου πήγαινε χρόνια εκεί, είχε φίλες, τη φιλοξενούσαν… Ηταν το καταφύγιό της. Είχα, λοιπόν, μια μεγάλη οικειότητα με το νησί, ενώ ήμουν και πολύ στενή φίλη με την Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, στο σπίτι της οποίας έμενα συχνά. Δεν μετάνιωσα ποτέ γι’ αυτή την αγορά. Εκείνο τον καιρό, το 2004, ήμουν καλεσμένη στο Λουγκάνο, στο φεστιβάλ που διοργάνωνε η καλή μου φίλη, η Μάρθα Αργκεριχ. Παίζαμε εκεί εναλλάξ όλοι οι φίλοι, σε μια εξαιρετική διοργάνωση. Εχοντας πλέον το δικό μου σπίτι στην Αίγινα, εμπνεύστηκα από τη Μάρθα και σκέφτηκα: «Γιατί να μην κάνω κι εγώ το ίδιο;». Είχα τις γνωριμίες στο εξωτερικό, το όνομα, αλλά κυρίως είχα τον ενθουσιασμό.
Πώς είναι, αλήθεια, να ακούγεται Σούμπερτ πάνω σε ένα βουνό, στην Παχειοράχη;
Είναι κάτι το τελείως μαγικό. Είχα την τύχη να έχω φίλη τη γλύπτρια Βένια Δημητρακοπούλου, που το σπίτι της εκεί πάνω έχει μια συγκλονιστική θέα. Τη ρώτησα αν μπορούμε να κάνουμε μερικές συναυλίες στην αυλή της και δέχτηκε με ενθουσιασμό. Εκεί βέβαια δεν μπορούμε να ανεβάσουμε πιάνο, οπότε κάνουμε μουσική δωματίου. Μου έχει μείνει αξέχαστο, πριν από περίπου 15 χρόνια, το κουιντέτο του Σούμπερτ για δύο βιολοντσέλα, με την κόρη της Αργκεριχ στη βιόλα, την Αλίσα Μαργκούλις στο βιολί, τη Ναταλία Μαργκούλις στο τσέλο… Μαγικές στιγμές.
Είναι αυτές οι στιγμές που δικαιώνουν την επιλογή σας;
Είναι αυτό και κάτι παραπάνω. Μέσα στην ανθρώπινη θέληση υπάρχει και κάτι το μη εκφρασμένο, που δεν έχει σχέση με λογικές αποφάσεις, αλλά με μια μεταφυσική σύμπτωση. Ολα συνετέλεσαν στο να δημιουργηθεί αυτό το πράγμα μέσα στη φύση. Φέτος κλείνουμε 20 χρόνια – με μία μόνο διακοπή τη χρονιά του Covid – και το φεστιβάλ έχει γίνει πλέον θεσμός.
Οταν συντάσσετε το πρόγραμμα, λειτουργείτε περισσότερο ως μουσικός ή σκέφτεστε τις ανάγκες του κοινού;
Ο πυρήνας είναι πάντα τα έργα που αγαπώ βαθιά η ίδια, γιατί πιστεύω ακράδαντα ότι θα τα αγαπήσουν και οι άλλοι. Αγαπώ τον Σούμπερτ, τον Μότσαρτ, τον Ραβέλ, τον Ντε Φάλια, αλλά και τη δική μας μουσική, τον Χατζιδάκι, τον Μίκη Θεοδωράκη. Τώρα που μεγάλωσα, λέω στον εαυτό μου: «Στάθηκα τυχερή, έκανα αυτό που ήθελα, πρόσφερα την αγάπη μου για τη μουσική». Αλλά με πιάνει ένα παράπονο: τι κρίμα που μετά τον θάνατό μου δεν θα τα ακούω όλα αυτά! Αλλά ποιος ξέρει; Μπορεί και να συνεχίζουμε να ακούμε…
Τι θα απολαύσει το κοινό από εσάς φέτος στην Αίγινα;
Την Παρασκευή 7 Αυγούστου θα παίξω Σούμαν μαζί με την καλλιτεχνική μου παρέα, τον Νίκο Μάνδυλα, την Κρυσταλλία Γαϊτάνου και τον Χριστόφορο Μιρόσνικοφ. Και στο κλείσιμο του φεστιβάλ, θα συνομιλήσω μουσικά με τον Ακύλλα Ιωαννίδη σε μια βραδιά αφιερωμένη στον Μάνο Χατζιδάκι. Είμαι βαθιά συγκινημένη γι’ αυτό το αφιέρωμα, γιατί ο Μάνος δεν ήταν μια απλή υπόθεση.
Info: Φεστιβάλ Αίγινας, από 3 έως 22 Αυγούστου, στην Αυλή του Ναού του Σωτήρος, στην παραλία της Αύρας και το πέτρινο Θέατρο Μολφέση στην Παχειοράχη.